Στη πρώτη μέρα του καλοκαιριού

αβάσταχτο κάμα με βρήκε
να ξορκίζω τους ταξιδιώτες
να ζητώ απ΄τα χελιδόνια
να επιστρέψουν στη γη της φωτιάς
να προσπαθώ να ημερέψω
τα σπουργίτια.

Κι ύστερα, τα τάματα αχρηστεύτηκαν
στις παρακλήσεις των ονείρων.

Κι ύστερα, ο πάγος επέπλεε
στον ήχο των βημάτων.

Στον όρθρο έγινε θρύψαλα
το χάραμα
κι ακούστηκε ήχος
σπασμένου δισκοπότηρου.

Κι ύστερα…

Η λύτρωσή μας παραστράτησε
κι ακόμα ψάχνει να μας βρεί.

This entry was posted in Poetry. Bookmark the permalink.